φροντίζω

φροντίζω (τινός) думать о чем, заботиться

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "φροντίζω" в других словарях:

  • φροντίζω — φροντίζω, φρόντισα, φροντισμένος βλ. πίν. 33 Σημειώσεις: φροντίζω : η μτχ. φροντισμένος χρησιμοποιείται κυρίως ως επίθετο (→ περιποιημένος, επιμελημένος) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • φροντίζω — consider pres subj act 1st sg φροντίζω consider pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φροντίζω — ΝΜΑ, και αιολ. τ. φροντίσδω Α 1. μεριμνώ, ενδιαφέρομαι, νοιάζομαι για κάποιον ή για κάτι (α. «φροντίζει για την ανατροφή τών παιδιών» β. «θεοὺς εἶναι μὲν, φροντίζειν δὲ οὐδὲν τῶν ἀνθρωπίνων», Πλάτ.) 2. (η μτχ. παθ. παρακμ.) φροντισμένος, η, ο,… …   Dictionary of Greek

  • φροντίζω — [фронтизо] р. заботиться, беспокоиться …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • φροντίζω — φρόντισα, φροντισμένος 1. μεριμνώ για κάτι, δείχνω πραγματικό ενδιαφέρον, νοιάζομαι: Δε φροντίζει καθόλου για την καθαριότητα της αυλής. 2. επιδιώκω, πασχίζω: Φρόντισε να πάρει μετάθεση. 3. συντηρώ ή συχνά περιποιούμαι ή υπηρετώ κάποιον: Την… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πεφροντισμένα — φροντίζω consider perf part mp neut nom/voc/acc pl πεφροντισμένᾱ , φροντίζω consider perf part mp fem nom/voc/acc dual πεφροντισμένᾱ , φροντίζω consider perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φροντίζεσθε — φροντίζω consider pres imperat mp 2nd pl φροντίζω consider pres ind mp 2nd pl φροντίζω consider imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φροντίζετε — φροντίζω consider pres imperat act 2nd pl φροντίζω consider pres ind act 2nd pl φροντίζω consider imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φροντίζῃ — φροντίζω consider pres subj mp 2nd sg φροντίζω consider pres ind mp 2nd sg φροντίζω consider pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φροντίσουσι — φροντίζω consider aor subj act 3rd pl (epic) φροντίζω consider fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) φροντίζω consider fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φροντίσω — φροντίζω consider aor subj act 1st sg φροντίζω consider fut ind act 1st sg φροντίζω consider aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.